Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μια πανέμορφη μικρή πυγολαμπίδα που ήταν ζηλευτή σε όλο το σκοτεινό δάσος. Οι φίλοι της τα έντομα και τα άγρια πουλιά τη φώναζαν "άστρο" αφού η λάμψη της ξεπερνούσε το σκότος και την γκρι ομίχλη που είχε σκεπάσει τα δέντρα. Ένα μικρό φωτάκι μέσα σε ένα κατάμαυρο ουρανό. Κάθε φορά που νύχτωνε, τα πουλιά τη φώναζαν και αυτή καθόταν στο κέντρο και τους μουρμούριζε τραγούδια και όμορφες ιστορίες από όλα τα μέρη που είχε ταξιδέψει. Μιλούσε για τους κατάλευκους κύκνους και τους αστραφτερούς μονόκερους που είχε συναντήσει στη βρεγμένη κοιλάδα. Σε όμορφα μέρη που κανείς δεν είχε πάει και που όλοι το ονειρεύονταν.
Μια νύχτα λοιπόν, ήταν Φλεβάρης μήνας θαρρώ, τότε που το κρύο ήταν αβάσταχτο και τα κλαράκια των δέντρων έτρεμαν από τη παγωνιά, ήρθε μια σοφή κουκουβάγια και της είπε: "Η λάμψη και η σοφία, είναι δύο πράγματα που δεν κερδίζονται. Θέλει κόπο και θυσίες για να κρατηθούν ακμαία. Αν αφήσεις το σκότος να σε παρασύρει θα χάσεις τη λάμψη σου. Θα γίνει νυχτόβιο πουλί και όλοι θα σε φοβούνται". Η πυγολαμπίδα φοβήθηκε. Με τρεμάμενη φωνή και λέξεις που δεν γλιστρούσαν από το μικρό της στοματάκι ρώτησε: "Και εγώ τι πρέπει να κάνω; Πως μπορώ να μην χάσω το φως μου; Πως μπορεί η λάμψη μου να μείνει για πάντα;"Η κουκουβάγια δεν απάντησε.. Ακούμπησε μπροστά της μια σπίθα από φωτιά και έφυγε.
Η πυγολαμπίδα χαμογέλασε. Πήρε τη φωτιά και την έβαλε πάνω σε κάτι ιδρωμένα καυσόξυλα. Φυσούσε, φυσούσε με όλη της τη δύναμη και σιγά σιγά άρχισαν τα φύλα να χορεύουν έχοντας ως ντάμες τους τις φλόγες. Το ξημέρωμα η φωτιά είχε φτάσει τα τρία μέτρα. Η πυγολαμπίδα πήρε πολλά μικρά κλαράκια και έκανε στρογγυλούς δαυλούς και τους κρέμασε στα δέντρα. Εκείνη τη μέρα η πυγολαμπίδα έσβησε.. Με τη τελευταία ανάσα της, είπε στους φίλους της: "Δεν έχει σημασία πόσο λαμπερός είσαι. Σημασία έχει να βρίσκεις τρόπους να μοιράζεσαι το φως σου". Ο ουρανός δάκρυσε και τα πουλάκια σταμάτησαν να τραγουδούν.. Τότε όλοι γύρισαν τα μάτια τους προς το βορά που με ένα φύσημα του άναψε όλα τα λαμπάκια που είχε στήσει η μικρή πυγολαμπίδα Το μαύρο δάσος έλαμψε! Άπειρα μικρά φωτάκια απλωμένα σε ένα μοβ βελούδο..
Κανείς δεν ξέχασε την ιστορία της..
Toonimaniac

Ευχαριστώ και πάλι Γιάννη για τα καλά σου λόγια. Ήταν μια προσπάθεια να περιγράψω ένα υπαρκτό πρόβλημα μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, που όλοι μας ξέρουμε πόσο αθώα είναι.
ΑπάντησηΔιαγραφήToonimaniac