Αυτή είναι η ιστορία μιας γυναίκας που παρέμεινε για πάντα παιδί. Δεν είναι δυσάρεστη παρά κουβαλάει πάνω της τα πιο έντονα συναισθήματα.
Κάποτε σε ένα μακρινό μου ταξίδι στα βάθη των ονείρων, συνάντησα μια γυναίκα που ήταν μοναδική στο ετούτο το μικρό κόσμο. Την έλεγαν Ελπίδα και ήταν ο πιο ζωντανός και δραστήριος άνθρωπος που έχεις συναντήσει ποτέ σου. Θυμάμαι όταν τη αντίκρισα για πρώτη φορά, ήμουν πολύ μικρή και φοβισμένη από τη ματαιοδοξία και την ασχήμια των ανθρώπων. Ήταν μεσημέρι θαρρώ και ο ήλιος έπεφτε απαλά στο σταρένιο της δέρμα και η βροχή καθρεφτιζόταν στα γκριζογάλανα μάτια της. Μου χαμογέλασε, με έπιασε από το χέρι και με έσφιξε γερά στην αγκαλιά της. Μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και μου τραγούδησε ένα νανούρισμα για να μου απαλύνει τον πόνο. Εκείνη τη στιγμή ο ουρανός άστραψε και άρχισαν να πέφτουν πολύχρωμα καραμελωμένα φύλλα και κομματάκια κανέλας, σαν βαμβακερές νυφάδες καλυμμένες με κρυστάλλινους κόκκους ζάχαρης.
Ήταν μια όμορφη γυναίκα, με πρόσωπο γαλήνιο χαραγμένο με σημάδια ωριμότητας και σοφίας. Το βλέμμα της καθάριο σαν την επιφάνεια της θάλασσας μετά από βροχή. Η φωνή της επιβλητική και η ομιλία της ήταν λουσμένη από γαλλικές νότες και μυρωδιές του Παρισιού. Όταν σε κοίταγε ένιωθες έναν τυφώνα χρωμάτων και αισθήσεων να σε παρασύρει. Η ψυχή της, θαρρείς και ήταν πλασμένη από το χυμό πολύτιμων πετραδιών, τόσο σπουδαία και πολύτιμη. Η καρδιά της είχε φτιαχτεί από ξωτικά και νεράιδες, ένα μπουκέτο από τα πιο φρέσκα λουλούδια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη. Το βήμα της αργό και σταθερό και η στάση της περήφανη σαν έναν λέοντα στην έρημο.
Περνώντας τα χρόνια είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να πηγαίνω να τη βλέπω πότε πότε. Ήτανε λίγο δύσκολο καθώς ο κόσμος μου ήταν αρκετά μακριά, αλλά μια δύναμη με τραβούσε κοντά της. Κάθε φορά που την έβλεπα ήταν πιο νέα από πριν, πιο χαρούμενη και πιο αισιόδοξη. Με παραξένευε αυτό το γεγονός, καθώς έβλεπα τους πάντες γύρω της να μεγαλώνουν και να χάνονται σιγά σιγά στο σκοτάδι. Μια μέρα με όλη τη παιδική μου αθωότητα πήγα και κάθισα κοντά της και τη ρώτησα: "Πως γίνεται και δεν μεγαλώνεις ποτέ; Γιατί είσαι πάντα νέα;" Η γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της στον ουρανό και μου είπε: "Φυσικά και μεγαλώνω αλλά είναι η ομορφιά του κόσμου που με κρατάει ζωντανή. Αν δεις εκεί ψηλά, όλα τα αστέρια σβήνουν μονάχα ετούτο το μικρό, κάθε φορά που γεννιέται μια ζωούλα τρεμοπαίζει και λάμπει ξανά σαν να ήταν η πρώτη μέρα".
Και τότε κατάλαβα. Δεν χρειαζόμαστε κανένα ελιξίριο νεότητας, ούτε μαγικά φίλτρα για να παραμείνουμε νέοι. Χρειαζόμαστε μεγάλες καρδιές, άπειρα συναισθήματα, πίστη και αγάπη. Έτσι ο κόσμος μας θα γίνει καλύτερος.
Αυτή η μικρή ιστοριούλα, είναι αφιερωμένη στην πολυαγαπημένη μου γιαγιά. Έναν άνθρωπο τόσο ξεχωριστό και σπάνιο που μου γεμίζει τη ζωή και με κάνει να χαμογελάω.
Χρόνια πολλά λοιπόν μικρό μου άστρο, που γεννήθηκες κάποτε στις 29 Φεβρουαρίου...
Σ'αγαπώ και πάντα θα σε θαυμάζω!
Η εγγονή σου. . .


